Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

.-




Υπάρχει μία στιγμή που η καρδιά σου παύει για λίγο να έχει τον κανονικό της ρυθμό. Την ίδια στιγμή, ο εγκέφαλός σου βρίσκεται σε τεράστια σύγχυση, τα χέρια σου παγώνουν, ένα ισχυρό σφίξιμο στο στήθος είναι το μόνο που διακρίνεις εύκολα.

Αναμνήσεις δεκαετιών περνούν τότε μπροστά σου σαν ταχύτατα εκτυλισσόμενη ταινία, βρίσκεσαι τώρα σε ένα στενό πεζοδρόμιο κάπου στο κέντρο της αθήνας, έναν ήσυχο απογευματινό -μάλλον κυριακάτικο- δρόμο της Αθήνας. Ακαριαία πετάς σε μία φιλόξενη, πάντα οικεία, πάντα με την ίδια μυρωδιά αγάπης και θαλπωρής, γκαρσονιέρα εκεί κοντά. Πριν προλάβεις να προσέξεις τα δεκάδες κτερίσματα στο απέναντι της εισόδου ράφι, την ανείπωτη ησυχία του πέμπτου ορόφου ανεξαρτήτου μέρας και ώρας, βρίσκεσαι σε ένα παραδοσιακό αστικό νησιωτικό σπίτι, σε ένα μικρό μπαλκονάκι με ένα κλήμα να το σκιάζει.

Μυρωδιές , λόγια, εικόνες, συναισθήματα, στιγμές κι ανεξίτηλες αναμνήσεις τυπώνονται όλες σ' ένα δάκρυ, ένα και μοναδικό δάκρυ.






Επανατοποθετείσαι χρονικά, χωρικά. Ένα με δύο δευτερόλεπτα έχουν μονάχα περάσει. Δίνεις το ακουστικό του τηλεφώνου στον πρώτο τυχόντα ενήλικα, το νέο του θανάτου του παππού σου έχει αναγγελθεί πριν το εκφέρουν ανθρώπου χείλη.



Ομολογώ πως είμαι περήφανος για τον παππού μου.  Γυμναστής, λεβέντης, ωραίος και γεροδεμένος μέχρι και την έσχατη δεκαετία της ζωής του. Καλός χορευτής, γνώστης της παράδοσης του τόπου του.


Υπήρξε ουσιαστικά ο πρώτος μου παιδαγωγός, αν εξαιρέσω τους γονείς μου. Μαζί του και με τη γιαγιά μου πέρασα όλα τα πρωινά και μεσημέρια των πρώτων τριών ετών της ζωής μου. Και τα σαββατοκύριακα των επομένων δύο.  Με ξύπναγε το πρωί και μου έξυνε την πλάτη από τη φαγούρα του ολονύχτιου ανάσκελου ύπνου, συχνά με παραμύθι. Μαζί βλέπαμε μπανάνες με πιτζάμες, τον έσπρωχνα όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, πράγμα που γινόταν κάθε πέντε λεπτά. Όταν διάβαζε την εφημερίδα του όμως ήταν η ώρα που ήθελε ησυχία. Θυμάμαι τα τεράστια γυαλιά πρεσβυωπίας του, είχε ήδη από τα τότε 75 του περίπου προβλήματα όρασης. Μιλούσαμε για το καλό και το κακό, την αγάπη, μου έλεγε ιστορίες, κουβεντούλες δηλαδή πολύτιμες για ένα νήπιο.

Εκείνος μου δίδαξε πρώτος αρχές, όπως το να μην κοπανάω τα άλλα παιδάκια για να μην πονάνε, να μην τους παίρνω τα παιχνίδια γιατί στενοχωριούνται. Ποτέ δεν το τηρούσα, εδώ που τα λέμε, αυτό που έλεγε, αλλά αν επέβλεπε το παιχνίδι δεν ήθελα να έχω τσακωμούς κι υπάκουγα. Κι αυτό γιατί ο παππούς μου είχε την πιο τρομακτική, την πιο άγρια φωνή της παιδικής μου ηλικίας. Όταν ήμουν νήπιο έβαζα τα κλάματα με τις φωνές του. Πετούσε βαριές κουβέντες αλλά ποτέ δεν τις εννοούσε.

Όταν πήγαινα στο δικό τους σπίτι όμως, ήταν η καλύτερή μου. Ξύπνημα με γυμναστική. Όταν ο παππούς μεράκλωνε, έβγαζε την ηλικιωμένη του σφυρίχτρα και έδινε ρυθμό στις κινήσεις μας. Στο τέλος αναφωνούσε περήφανα στη γιαγιά πως κάνουμε μαζί γυμναστική. Το πρωί βόλτα σε φούρνο, σουπερμάρκετ και ψιλικά, εναπόθεσή τους στο σπίτι και μετά στο πάρκο της γειτονιάς. Στο "Πάρκο της Βέμπως". Η ονομασία αποτελούσε συμβατική ορολογία μεταξύ εμού κι εκείνου. Η ονομασία προήλθε από την προτομή της Σοφίας Βέμπω που στέκει στη μέση του. Είχα αρθρώσει την εξής πρόταση, αυτολεξεί: "Παππού, σήκωσέ με να πιάσω το βυζί της."

Αχ, είχε να λέει την ιστορία μέχρι πριν το θάνατό του. Όταν στα 16 μου κατάλαβα πως το γυναικείο στήθος έχει κι άλλη χρησιμότητα από το να ταΐζει παιδιά, κατανόησα γιατί ο παππούς γέλαγε με την καρδιά του και μιμούνταν τη φωνή μου...


Στο πάρκο βόλτα και μπάλα. Φανατικός αντίπαλος του ποδοσφαίρου και ένθερμος υποστηρικτής του μπάσκετ, ο παππούς έβαλε το λιθαράκι του ώστε να πάω στο δημοτικό δίχως καμία επαφή με το δημοφιλέστερο άθλημα του κόσμου -προς τιμήν του.

To μεσημέρι, υπέροχο φαΐ της γιαγιάς. Με τη μυρωδιά ανατολής των μπαχαρικών που χρησιμοποιεί. Ο παππούς μου έβγαζε σε ένα ποτηράκι του ούζου μία γουλιά κρασί και έλεγε "Εβίβα!" για να τσουγκρίσουμε και οι τρεις.

Το απόγευμα καραγκιόζη ή ζωγραφική στο σπίτι. Το βράδυ τηλεόραση ή παιχνίδια χαρτιού και μολυβιού με τη γιαγιά. Περνούσα τις περισσότερες φορές τόσο καλά που έκλαιγα και χτυπιόμουν όποτε έρχονταν οι γονείς μου να με σύρουν άλλη μία βδομάδα στο σιχαμερό προνήπιο.

Ο παππούς άρχισε όμως σιγά σιγά να φεύγει από το προσκήνιο περί το τέλος του δημοτικού Έχοντας πατήσει πλέον τα 82-83, έμενε μόνιμα στο Πλωμάρι και δεν ήρθε παρα μόνο μια φορά ακόμη στην Αθήνα...

Η τελευταία του νουθεσία, η τελευταία του ουσιώδης παρέμβαση, πριν κατεβάσει λίγα ρολά και απομονωθεί στον κόσμο που επιφυλάσσεται στους περισσότερους πολύ ηλικιωμένους, ήταν στην τρίτη γυμνασίου μου. Όταν έμαθε πως έχω πάρε δώσε με το άλλο φύλο, έσπευσε να συμβουλεύσει να μην κρατώ γυναίκα πάνω από τέσσερις μήνες. Αναφερόμενος στα ... πολυτάραχα εργένικά του χρόνια και με τη βαθύτατη σοφία του επί του θέματος ανέφερε πως κατέληξε στο συμπέρασμα των τεσσάρων μηνών, καθώς μετά ''οι γυναίκες ζητούν πολλά και δίνουν λίγα''. Αν φέτος το καλοκαίρι ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να κάνει ένα αστειάκι σαν παλιά, θα του έλεγα πως εκεί έχει πέσει ελαφρώς έξω....

Από αστειάκια και πειράγματα, είχε ένα περίεργο γυμνασιακό χιούμορ του 40'. Το οποίο διατήρησε μέχρι και την ένατη δεκαετία της ζωής του. Όσο τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του και πήγαινε την πρωινή του βόλτα, χτύπαγε τις εφημερίδες που διάβαζαν παλιοί του μαθητές τρομάζοντάς τους, έλεγε περιπαικτικά σε έναν ημιπαράλυτο συνομήλικό του πως το καθισιό και τα ποτάκια τον ρίξανε στο Π.

Προς το τέλος συγκινούνταν εύκολα, το σαγόνι του έτρεμε, έκανε πέντε λεπτά να ανέβει 20 σκαλοπάτια. Η πρωινή του γυμναστική περιορίστηκε σε κινήσεις των χεριών. Η όρασή του έγινε τόσο ασθενική που δε μπορούσε ούτε να διαβάσει, ούτε να ξεχωρίσει ανθρώπους σε απόσταση μεγαλύτερη του μέτρου. Πρόπερσι είχα αλλάξει αρκετά, τη μέρα της άφιξής μου στη Μυτιλήνη είχε πάρει την καρέκλα του και είχε βγει στον πολυσύχναστο δρόμο που οδηγεί σπίτι , για να μας υποδεχτεί. Όταν ακολουθήσαμε άλλο δρόμο και εστάλην να τον βρω και να του πω να έρθει σπίτι, στάθηκα δίπλα του και τον παρατηρούσα.

Με τί αδημονία κοίταζε το σημείο από το οποίο θα ερχόμασταν, είχε το κεφάλι στραμμένο εκεί και τις παλάμες πλεγμένες. Δάκρυσα, τον έβλεπα μετά από ένα χρόνο και εκείνος όχι. Πέρασα από μπροστά του υποδυόμενος τον περαστικό, ήθελα να δω αν θα με αναγνωρίσει. Είχα πάρει δέκα πόντους σε μαλλιά και ύψος, είχα αλλάξει στυλ ρουχισμού, ήθελα να δω αν θα του θυμίσει κάποιον αυτός ο περαστικός που επρόκειτο να γίνω.

 Τα μάτια του, παρότι δεν έβλεπαν στα 3 μέτρα που πέρασα μακριά του, με ακολούθησαν. Με είχε αναγνωρίσει. Κι εκεί, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή της μέχρι τότε ζωής μου. Τον πήρα από το χέρι, όπως με έπαιρνε κάποτε κι αισθανόμουν ατέλειωτη σιγουριά, είπε "βάστα με Γιώργο γιατί δεν πατώ καλά" και πήγαμε μαζί σπίτι.


 Η εξόρμησή του αυτή εκτός σπιτιού ήταν μια υπέρβαση παρακινημένη από το συναίσθημα. Τα πράγματα είχαν αλλιώς...

Η αναπνοή του έγινε δύσκολη, το καθημερινό του βολτάκι περιορίστηκε στο πότισμα του κήπου που είχε δημιουργήσει στα χαλάσματα ενός κτηρίου - φαντάσματος.

Μπορεί αυτή η φθορά να μη με ευχαρίστησε, αναλογιζόμενος όμως πόσο τυχερός ήταν που είχε μια φυσιολογική γήρανση , ήμουν καθησυχασμένος πως ακολουθούνταν πλήρως η φυσική κι αναπόφευκτη ροή των πραγμάτων.

Στις αρχές του 2012, υπέστη ένα ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο. Παρότι υποδέχτηκε το πρώτο μας τηλεφώνημα με τη φράση "τη σκαπούλαρα πάλι" (είχε προηγηθεί σωρεία πτώσεων λόγω των αδύναμων ποδιών του , ευτυχώς με τυχερά γι' αυτόν αποτελέσματα) η παραμονή του στο νοσοκομείο για μήνες τον αποξένωσε, τον μαράζωσε, τον κατέστησε ανίκανο να περπατήσει και να ευτοεξυπηρετηθεί. Για εξιτήριο δώρο, τον κέρασε μια νοσοκομειακή ουρολοίμωξη μη αντιμετωπίσιμου βακτηρίου. Ο κραταιός "παππούς Μανώλης" των παιδικών μου χρόνων είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί...

Ωστόσο, έκανε την ύστατη, υπεράνθρωπή του προσπάθεια. Μέσα σε ένα τρίμηνο κατάφερε να αποκτήσει ξανά το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια. Έτρωγε μόνος του, αυτοεξυπηρετούνταν. Ήθελε ένα στήριγμα μόνο για να περπατήσει αργά αργά ως τις 3-4 θέσεις που άλλαζε στο σπίτι.

Πριν πέντε μέρες, στην πορεία για το απογευματινό του κάθισμα, κουράστηκε, πράγμα σύνηθες. Κάθισε για λίγο και συνέχισε. Εναποτέθηκε στο σημείο τερματισμού, όπως κάθε φορά. Μόνο που αυτή τη φορά, έγειρε και δεν ανέπνευσε.










Στην Κρήτη λένε πως οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν Κυριακή.



Κι εγώ, θα θυμάμαι τον ακριβοδίκαιο, μερακλή παππού με τη γυμναστική του σφυρίχτρα και το περήφανό του ανάστημα. Τις ατέλειωτες ιστορίες του, το μουστάκι του, τις φράσεις - σήματα κατατεθέντα του.

"Γιώργο, άμα γεράσει ο παππούς, θα του δίνεις ένα ποτήρι νερό; "

"Να δω τί θα κάνετε άμα ψοφήσω εγώ 'δω πέρα"

"Τσι γ'ναίκις απου δυο μηριές τση ταΐζουμι , ένα φχαριστώ δε λέγουν. "





Και, τέλος,  η φράση με την οποία λέγαμε καληνύχτα, η φράση με την οποία τον χαιρετώ κι εγώ, περήφανος γι' αυτόν , ευτυχής που τον γνώρισα:




"Πάμε για ύπνο Κατερίνα. "





4 σχόλια: