Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Τελευταία Ανάρτηση

 Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως δε θα ξαναγράψω εδώ. Θεωρούσα και θεωρώ το μπλογκ αυτό μία καθαρά εφηβική μου έμπνευση (χαζό όνομα και url), οπότε είχα σκοπό να το τελειώσω με την προηγούμενη ανάρτησή μου.

  Τα γεγονότα του τελευταίου καιρού της εφηβείας όμως, με ξεπέρασαν. Και έτσι θα έπρεπε. Η πορεία προς την ενηλικίωση δε νομίζω πως περίμενε κανείς να είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Έχω την ανάγκη να γράψω και να εκφραστώ. Η γραφή είναι (επιτρέψτε μου την έκφραση) το πουτανάκι μου. Την κάνω ό,τι θέλω για να με ικανοποιεί και να με εκφράζει, δίνοντάς της χρόνο, κόπο και μεράκι ως αντάλλαγμα.


  Όλα όμως ανήκουν στο παρελθόν. Πλέον, θα μπορούσα σε αδρές γραμμές να συμφωνήσω στο ότι αυτή η ανάρτηση, είναι η τελευταία που εξιστορεί εφηβικά δρώμενα· για την ακρίβεια, το μεταίχμιο μεταξύ των δύο εποχών - της μαθητικής με τη φοιτητική - ενήλικη. Οπότε, ανήκει στο παρόν ημερολόγιο. Το νέο μου ιστολόγιο, grigig.blogspot.com , είναι ανοικτό, αν και ακόμη απεριποίητο. Όποιος θέλει να συνεχίσει να διαβάζει τις σκέψεις μου, θα μπορέσει να το πράξει σε αυτό.


 Δυστυχώς όμως, δεν είναι όλες οι μεταβάσεις στη ζωή έτσι απλές, όσο αυτή της μεταπήδησης από χώρο σε χώρο διαδικτυακής έκφρασης.Πρώτο τέτοιο παράδειγμα ήταν η φετινή διαδικασία των πανελλαδικών. Δεν πρόκειται να ψέξω (και) εγώ το θεσμό. Απλώς θα αναφέρω περιληπτικά, πως μέσω της -αδιαμφισβήτητης- πίεσης, μπόρεσα να θέσω φραγμούς στον ανεξέλεγκτο εαυτό μου. Λιγότερος παρορμητισμός, λιγότερη ασυδοσία. Μια διαδικασία ωρίμανσης που -ακόμα κι αν είναι ανεξάρτητη από την πρώτη δοκιμασία της ζωής μου- μου προσέφερε τη δυνατότητα να δω τον κόσμο με άλλο μάτι. Πιο σκληρό, πιο πραγματιστικό. Αλλά από την άλλη, πιο αθεράπευτα συναισθηματικό και, κατά βάθος, αστεΐζον.

 Ναι, η ύπαρξή μας είναι ένα παιχνίδι. Καταναλώνουμε τόνους φαιάς ουσίας για αμφιβολίες , φόβους και άγχη, χάνοντας έτσι τα πράγματα. Η γενιά μου γιορτάζει, γελάει, εκφράζεται, ερωτεύεται, τολμάει και αγαπά με φόβο, δισταγμό, ανασφάλεια.  Δε μπορώ όμως την υποκρισία και το δηθενισμό. Παλιότερα έβαζα στους ανθρώπους αυτούς ταμπέλες, αφού λόγω ανωριμότητας δε μπορούσα να καταλάβω τί πραγματικά συμβαίνει. Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν αντέχω τις προκάτ συνειδήσεις. Γι' αυτό και -ακούσια- ο στενότερος κύκλος μου αποτελείται από όντα Αληθινά. Όχι άλλη απανθρωπία, άλλα τείχη και ψέματα μεταξύ μας. Ελευθερία. Και ό,τι προκύψει, ο κόσμος είναι μεγάλος και οι δυνατότητες ευελιξίας άφθονες.


 Ωστόσο, δε μπορώ παρά να παραδεχτώ πως οι συναισθηματικές δοκιμασίες που πέρασα το καλοκαίρι, ήταν ένα ισχυρό ταρακούνημα. Δέχτηκα ακόμη ένα χτύπημα ωριμότητας θα μπορούσα να πω. Κατάλαβα πως ούτε ο άκρατος συναισθηματισμός είναι η λύση. Δεν πρόκειται να αφηγηθώ δημοσίως μία επίπονη ιστορία που οι καλύτεροί μου φίλοι έχουν ακούσει πολλάκις. Αλλά θα ήταν μεγάλη απάτη να αποκρύψω πως βασανίστηκα, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό. Δε μπορούσα να χωνέψω την αλλαγή σε κάτι τόσο όμορφο και ... κατεστημένο. Και αυτό γιατί το γλυκό στρώμα χρώματος που έφευγε με πόνο, δεν άφηνε τα συναισθήματά μου κενά, αλλά γεμάτα απογοήτευση, σήψη και αηδία.

 Το δύσκολο κομμάτι όμως πέρασε. Μέρα με τη μέρα, διαπίστωσα πόσο ανώφελο ήταν να προσπαθώ κι άλλο να επιστρέψω στην εποχή του πελατειακού κράτους και του δικομματισμού όμορφου και ανέμελου, αφού έβλεπα μπροστά μου μία καταστροφή, ανήμπορος να αντιδράσω. Κι έτσι, αργά και σταθερά, έφτασα πλέον σε μία σίγουρα καλή ανάκαμψη.

 Κι αυτό δε θα το κατάφερνα χωρίς εσένα. Εξαιρετική παρέα, συμβολή και συμβουλή, είχα καιρό να ξεχαστώ έτσι Θα ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα. Συγχώρεσέ με όμως , και μην προσβληθείς, αν διαβάσεις αυτό - πράγμα που απεύχομαι: Δε μπορώ να σε ερωτευτώ. Όχι γιατί δεν αρκείς. Αλλά γιατί οι πληγές... Δε γίνεται. Η αμέριστη όμως συμπάθεια και ανάγκη μου να παραμείνουμε έτσι κοντά, είναι δεδομένες. Θα είμαι ίσως σκληρός, αλλά ξεκάθαρος: Δε με απασχολεί η συναισθηματική σου αντίδραση στα παραπάνω. Η ανάρτηση αυτή είναι τζόγος. Παίζω στην ιντερνετική θεά τύχη το αν θα φτάσει πρώτα γραπτά ή προφορικά σε σένα το φιλικό καθαρά ενδιαφέρον μου για σενα. Όποια κι αν είναι η μακροπρόθεσμη ή μικροπρόθεσμη αντίδρασή σου, οφείλω να σε ευχαριστήσω και πάλι για *σχεδόν* όλα.

Έτσι λοιπόν, μ' αυτά και μ' αυτά, κλείνω μία ιστορία 5-6 ετών. Το μπριζολάκι θα συνεχίζει να είναι ονλάην ως προσωπικό ημερολόγιο. Δηλώνω ρητά και προς πάσα κατεύθυνση πως οι απόψεις που εκφράζονται  σε πολύ παλαιότερες αναρτήσεις είναι πλέον ξένα σώματα. Σε αυτή την εξαετία -και δη τελευταία διετία- οι συνειδησιακές αλλαγές δεν επέτρεψαν -φυσιολογικά- την υιοθέτηση κοινού παρανομαστή πολιτικών και άλλων απόψεων.

Ευχαριστώ, τέλος, από τα βάθη της καρδιάς μου τους σχεδόν 6.000 μοναδικούς επισκέπτες, που τα τελευταία 5 χρόνια δέχτηκαν να διαβάσουν μεγάλο μέρος του νου, των σκέψεων και των προβληματισμών μου. Σε αυτές τις 6.000 ανθρώπινες υπάρξεις που έχουν πλέον ένα κομμάτι μου, αφιερώνω:




Μια καινούρια ζωή ανατέλλει (κι άλλα στερεοτυπικά). Τα λέμε στην αντιπέρα, φοιτητική-ενήλικη όχθη!

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

.-




Υπάρχει μία στιγμή που η καρδιά σου παύει για λίγο να έχει τον κανονικό της ρυθμό. Την ίδια στιγμή, ο εγκέφαλός σου βρίσκεται σε τεράστια σύγχυση, τα χέρια σου παγώνουν, ένα ισχυρό σφίξιμο στο στήθος είναι το μόνο που διακρίνεις εύκολα.

Αναμνήσεις δεκαετιών περνούν τότε μπροστά σου σαν ταχύτατα εκτυλισσόμενη ταινία, βρίσκεσαι τώρα σε ένα στενό πεζοδρόμιο κάπου στο κέντρο της αθήνας, έναν ήσυχο απογευματινό -μάλλον κυριακάτικο- δρόμο της Αθήνας. Ακαριαία πετάς σε μία φιλόξενη, πάντα οικεία, πάντα με την ίδια μυρωδιά αγάπης και θαλπωρής, γκαρσονιέρα εκεί κοντά. Πριν προλάβεις να προσέξεις τα δεκάδες κτερίσματα στο απέναντι της εισόδου ράφι, την ανείπωτη ησυχία του πέμπτου ορόφου ανεξαρτήτου μέρας και ώρας, βρίσκεσαι σε ένα παραδοσιακό αστικό νησιωτικό σπίτι, σε ένα μικρό μπαλκονάκι με ένα κλήμα να το σκιάζει.

Μυρωδιές , λόγια, εικόνες, συναισθήματα, στιγμές κι ανεξίτηλες αναμνήσεις τυπώνονται όλες σ' ένα δάκρυ, ένα και μοναδικό δάκρυ.






Επανατοποθετείσαι χρονικά, χωρικά. Ένα με δύο δευτερόλεπτα έχουν μονάχα περάσει. Δίνεις το ακουστικό του τηλεφώνου στον πρώτο τυχόντα ενήλικα, το νέο του θανάτου του παππού σου έχει αναγγελθεί πριν το εκφέρουν ανθρώπου χείλη.



Ομολογώ πως είμαι περήφανος για τον παππού μου.  Γυμναστής, λεβέντης, ωραίος και γεροδεμένος μέχρι και την έσχατη δεκαετία της ζωής του. Καλός χορευτής, γνώστης της παράδοσης του τόπου του.


Υπήρξε ουσιαστικά ο πρώτος μου παιδαγωγός, αν εξαιρέσω τους γονείς μου. Μαζί του και με τη γιαγιά μου πέρασα όλα τα πρωινά και μεσημέρια των πρώτων τριών ετών της ζωής μου. Και τα σαββατοκύριακα των επομένων δύο.  Με ξύπναγε το πρωί και μου έξυνε την πλάτη από τη φαγούρα του ολονύχτιου ανάσκελου ύπνου, συχνά με παραμύθι. Μαζί βλέπαμε μπανάνες με πιτζάμες, τον έσπρωχνα όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, πράγμα που γινόταν κάθε πέντε λεπτά. Όταν διάβαζε την εφημερίδα του όμως ήταν η ώρα που ήθελε ησυχία. Θυμάμαι τα τεράστια γυαλιά πρεσβυωπίας του, είχε ήδη από τα τότε 75 του περίπου προβλήματα όρασης. Μιλούσαμε για το καλό και το κακό, την αγάπη, μου έλεγε ιστορίες, κουβεντούλες δηλαδή πολύτιμες για ένα νήπιο.

Εκείνος μου δίδαξε πρώτος αρχές, όπως το να μην κοπανάω τα άλλα παιδάκια για να μην πονάνε, να μην τους παίρνω τα παιχνίδια γιατί στενοχωριούνται. Ποτέ δεν το τηρούσα, εδώ που τα λέμε, αυτό που έλεγε, αλλά αν επέβλεπε το παιχνίδι δεν ήθελα να έχω τσακωμούς κι υπάκουγα. Κι αυτό γιατί ο παππούς μου είχε την πιο τρομακτική, την πιο άγρια φωνή της παιδικής μου ηλικίας. Όταν ήμουν νήπιο έβαζα τα κλάματα με τις φωνές του. Πετούσε βαριές κουβέντες αλλά ποτέ δεν τις εννοούσε.

Όταν πήγαινα στο δικό τους σπίτι όμως, ήταν η καλύτερή μου. Ξύπνημα με γυμναστική. Όταν ο παππούς μεράκλωνε, έβγαζε την ηλικιωμένη του σφυρίχτρα και έδινε ρυθμό στις κινήσεις μας. Στο τέλος αναφωνούσε περήφανα στη γιαγιά πως κάνουμε μαζί γυμναστική. Το πρωί βόλτα σε φούρνο, σουπερμάρκετ και ψιλικά, εναπόθεσή τους στο σπίτι και μετά στο πάρκο της γειτονιάς. Στο "Πάρκο της Βέμπως". Η ονομασία αποτελούσε συμβατική ορολογία μεταξύ εμού κι εκείνου. Η ονομασία προήλθε από την προτομή της Σοφίας Βέμπω που στέκει στη μέση του. Είχα αρθρώσει την εξής πρόταση, αυτολεξεί: "Παππού, σήκωσέ με να πιάσω το βυζί της."

Αχ, είχε να λέει την ιστορία μέχρι πριν το θάνατό του. Όταν στα 16 μου κατάλαβα πως το γυναικείο στήθος έχει κι άλλη χρησιμότητα από το να ταΐζει παιδιά, κατανόησα γιατί ο παππούς γέλαγε με την καρδιά του και μιμούνταν τη φωνή μου...


Στο πάρκο βόλτα και μπάλα. Φανατικός αντίπαλος του ποδοσφαίρου και ένθερμος υποστηρικτής του μπάσκετ, ο παππούς έβαλε το λιθαράκι του ώστε να πάω στο δημοτικό δίχως καμία επαφή με το δημοφιλέστερο άθλημα του κόσμου -προς τιμήν του.

To μεσημέρι, υπέροχο φαΐ της γιαγιάς. Με τη μυρωδιά ανατολής των μπαχαρικών που χρησιμοποιεί. Ο παππούς μου έβγαζε σε ένα ποτηράκι του ούζου μία γουλιά κρασί και έλεγε "Εβίβα!" για να τσουγκρίσουμε και οι τρεις.

Το απόγευμα καραγκιόζη ή ζωγραφική στο σπίτι. Το βράδυ τηλεόραση ή παιχνίδια χαρτιού και μολυβιού με τη γιαγιά. Περνούσα τις περισσότερες φορές τόσο καλά που έκλαιγα και χτυπιόμουν όποτε έρχονταν οι γονείς μου να με σύρουν άλλη μία βδομάδα στο σιχαμερό προνήπιο.

Ο παππούς άρχισε όμως σιγά σιγά να φεύγει από το προσκήνιο περί το τέλος του δημοτικού Έχοντας πατήσει πλέον τα 82-83, έμενε μόνιμα στο Πλωμάρι και δεν ήρθε παρα μόνο μια φορά ακόμη στην Αθήνα...

Η τελευταία του νουθεσία, η τελευταία του ουσιώδης παρέμβαση, πριν κατεβάσει λίγα ρολά και απομονωθεί στον κόσμο που επιφυλάσσεται στους περισσότερους πολύ ηλικιωμένους, ήταν στην τρίτη γυμνασίου μου. Όταν έμαθε πως έχω πάρε δώσε με το άλλο φύλο, έσπευσε να συμβουλεύσει να μην κρατώ γυναίκα πάνω από τέσσερις μήνες. Αναφερόμενος στα ... πολυτάραχα εργένικά του χρόνια και με τη βαθύτατη σοφία του επί του θέματος ανέφερε πως κατέληξε στο συμπέρασμα των τεσσάρων μηνών, καθώς μετά ''οι γυναίκες ζητούν πολλά και δίνουν λίγα''. Αν φέτος το καλοκαίρι ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να κάνει ένα αστειάκι σαν παλιά, θα του έλεγα πως εκεί έχει πέσει ελαφρώς έξω....

Από αστειάκια και πειράγματα, είχε ένα περίεργο γυμνασιακό χιούμορ του 40'. Το οποίο διατήρησε μέχρι και την ένατη δεκαετία της ζωής του. Όσο τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του και πήγαινε την πρωινή του βόλτα, χτύπαγε τις εφημερίδες που διάβαζαν παλιοί του μαθητές τρομάζοντάς τους, έλεγε περιπαικτικά σε έναν ημιπαράλυτο συνομήλικό του πως το καθισιό και τα ποτάκια τον ρίξανε στο Π.

Προς το τέλος συγκινούνταν εύκολα, το σαγόνι του έτρεμε, έκανε πέντε λεπτά να ανέβει 20 σκαλοπάτια. Η πρωινή του γυμναστική περιορίστηκε σε κινήσεις των χεριών. Η όρασή του έγινε τόσο ασθενική που δε μπορούσε ούτε να διαβάσει, ούτε να ξεχωρίσει ανθρώπους σε απόσταση μεγαλύτερη του μέτρου. Πρόπερσι είχα αλλάξει αρκετά, τη μέρα της άφιξής μου στη Μυτιλήνη είχε πάρει την καρέκλα του και είχε βγει στον πολυσύχναστο δρόμο που οδηγεί σπίτι , για να μας υποδεχτεί. Όταν ακολουθήσαμε άλλο δρόμο και εστάλην να τον βρω και να του πω να έρθει σπίτι, στάθηκα δίπλα του και τον παρατηρούσα.

Με τί αδημονία κοίταζε το σημείο από το οποίο θα ερχόμασταν, είχε το κεφάλι στραμμένο εκεί και τις παλάμες πλεγμένες. Δάκρυσα, τον έβλεπα μετά από ένα χρόνο και εκείνος όχι. Πέρασα από μπροστά του υποδυόμενος τον περαστικό, ήθελα να δω αν θα με αναγνωρίσει. Είχα πάρει δέκα πόντους σε μαλλιά και ύψος, είχα αλλάξει στυλ ρουχισμού, ήθελα να δω αν θα του θυμίσει κάποιον αυτός ο περαστικός που επρόκειτο να γίνω.

 Τα μάτια του, παρότι δεν έβλεπαν στα 3 μέτρα που πέρασα μακριά του, με ακολούθησαν. Με είχε αναγνωρίσει. Κι εκεί, ήταν η πιο γλυκιά στιγμή της μέχρι τότε ζωής μου. Τον πήρα από το χέρι, όπως με έπαιρνε κάποτε κι αισθανόμουν ατέλειωτη σιγουριά, είπε "βάστα με Γιώργο γιατί δεν πατώ καλά" και πήγαμε μαζί σπίτι.


 Η εξόρμησή του αυτή εκτός σπιτιού ήταν μια υπέρβαση παρακινημένη από το συναίσθημα. Τα πράγματα είχαν αλλιώς...

Η αναπνοή του έγινε δύσκολη, το καθημερινό του βολτάκι περιορίστηκε στο πότισμα του κήπου που είχε δημιουργήσει στα χαλάσματα ενός κτηρίου - φαντάσματος.

Μπορεί αυτή η φθορά να μη με ευχαρίστησε, αναλογιζόμενος όμως πόσο τυχερός ήταν που είχε μια φυσιολογική γήρανση , ήμουν καθησυχασμένος πως ακολουθούνταν πλήρως η φυσική κι αναπόφευκτη ροή των πραγμάτων.

Στις αρχές του 2012, υπέστη ένα ελαφρύ καρδιακό επεισόδιο. Παρότι υποδέχτηκε το πρώτο μας τηλεφώνημα με τη φράση "τη σκαπούλαρα πάλι" (είχε προηγηθεί σωρεία πτώσεων λόγω των αδύναμων ποδιών του , ευτυχώς με τυχερά γι' αυτόν αποτελέσματα) η παραμονή του στο νοσοκομείο για μήνες τον αποξένωσε, τον μαράζωσε, τον κατέστησε ανίκανο να περπατήσει και να ευτοεξυπηρετηθεί. Για εξιτήριο δώρο, τον κέρασε μια νοσοκομειακή ουρολοίμωξη μη αντιμετωπίσιμου βακτηρίου. Ο κραταιός "παππούς Μανώλης" των παιδικών μου χρόνων είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί...

Ωστόσο, έκανε την ύστατη, υπεράνθρωπή του προσπάθεια. Μέσα σε ένα τρίμηνο κατάφερε να αποκτήσει ξανά το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια. Έτρωγε μόνος του, αυτοεξυπηρετούνταν. Ήθελε ένα στήριγμα μόνο για να περπατήσει αργά αργά ως τις 3-4 θέσεις που άλλαζε στο σπίτι.

Πριν πέντε μέρες, στην πορεία για το απογευματινό του κάθισμα, κουράστηκε, πράγμα σύνηθες. Κάθισε για λίγο και συνέχισε. Εναποτέθηκε στο σημείο τερματισμού, όπως κάθε φορά. Μόνο που αυτή τη φορά, έγειρε και δεν ανέπνευσε.










Στην Κρήτη λένε πως οι καλοί άνθρωποι πεθαίνουν Κυριακή.



Κι εγώ, θα θυμάμαι τον ακριβοδίκαιο, μερακλή παππού με τη γυμναστική του σφυρίχτρα και το περήφανό του ανάστημα. Τις ατέλειωτες ιστορίες του, το μουστάκι του, τις φράσεις - σήματα κατατεθέντα του.

"Γιώργο, άμα γεράσει ο παππούς, θα του δίνεις ένα ποτήρι νερό; "

"Να δω τί θα κάνετε άμα ψοφήσω εγώ 'δω πέρα"

"Τσι γ'ναίκις απου δυο μηριές τση ταΐζουμι , ένα φχαριστώ δε λέγουν. "





Και, τέλος,  η φράση με την οποία λέγαμε καληνύχτα, η φράση με την οποία τον χαιρετώ κι εγώ, περήφανος γι' αυτόν , ευτυχής που τον γνώρισα:




"Πάμε για ύπνο Κατερίνα. "





Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Έριξε χυλόπιτα η Λόλα στον Καρνέησον, τσακίστε τους φασίστες με ρόπαλα του baseball.

Κάθομαι στο χορτάρι, είναι βρεγμένο. Κοιτώ τον ουρανό, αστέρια, νέφη, πλάση. Η ζωή μου μπαίνει σε μια νέα φάση, την ύστερη εφηβική. Θα ανεξαρτητοποιηθώ , στο μέτρο του δυνατού. Θα περάσω στη σχολή πρώτης ή δεύτερης προτίμησής μου. Ο χορός αρχίζει.


Βαρέθηκα ουρανό, στρέφομαι στο έδαφος. Στα πόδια μου, ένα ζευγάρι μελί, λαμπερά, ευμεγέθη μάτια με προβληματισμένο ύφος, κοιτούν αόριστα. Κοντοστέκω το λογισμό μου· μειδιώ, το κεφάλι μου αδειάζει, σκύβει, το στομάχι μου εξαϋλώνεται, η αναπνοή γίνεται κοφτή, βίαιη, συριχτή.

Πάντα ο ίδιος κατακλυσμός.


Πλέον δεν κοιτώ τ' άστρα.
Ο χορός μ' αφήνει να ξαποστάσω ίσα να δω την αντανάκλασή τους. Μια λάμψη μοναδική, αγγελική, θεσπέσια. Απαραίτητη, ζωτικής σημασίας μάλλον.

Όλα αυτά
και άλλα πολλά
ανίκανα να τυποποιηθούν σε είκοσι και τέσσερα σύμβολα





σε ένα ζευγάρι μελί, λαμπερά, ευμεγέθη μάτια.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Θάνη

Όλοι σ' αυτή τη χώρα γεννήθηκαν λεβέντες
πρόσχαροι με μεγάλες καρδιές που αγαπάν
όλοι καμώθηκαν με μάρμαρο και ήλιο
όλοι καμώθηκαν τίμιοι και γενναίοι

Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ'αυτούς
που τα σκατά τα κάνουν ήλιο και θάλασσα
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ'αυτούς
που συντηρούν τους σχολικούς μας μύθους.

Όλες εδώ γεννήθηκαν με τιμημένους κόρφους
όλες περήφανες καλόκαρδες μανάδες
ακούραστες εργάτριες της σπιτικής μας ευτυχίας

Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ'αυτούς
που τα σκατά τα κάνουν ήλιο και θάλασσα
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ'αυτούς
που συντηρούν τους σχολικούς μας μύθους.

Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ'αυτούς
που τα σκατά τα κάνουν ήλιο και θάλασσα
Θάνατος στους ποιητές, θάνατος σ'αυτούς
που συντηρούν τους σχολικούς μας μύθους.


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Νέο

Πρώτη ανάρτηση για φέτος , πολύ καιρό έχουμε να τα πούμε, 2 μήνες κοντά.
Καλά, πάρτε τ' αρχίδια μου, που περιμένετε ευχούλες για τη χρονιά, υγεία να υπάρχει και θα τα δούμε αργά και διεξοδικά τα υπόλοιπα.

Βαρέθηκα το χειμώνα, βαρέθηκα το κρύο, βαρέθηκα το γκρι. Την Παρασκευή, είδα τον ήλιο να πέφτει και να λούζει άπαντες, ένοιωσα τόσο όμορφα, που δεν το περίμενα. Άλλη η αίσθηση του ήπιου κλίματος σε συνδυασμό με ηλιοφάνεια, προσόν που έχει η Μεσόγειος, η αλήθεια να λέγεται. Τέσσερις διακριτές εποχές. Ίσα χωρισμένες. Ζέστη - κρύο και οι ενδιάμεσές τους. Μια που οδηγεί στο μαρασμό και στο κρύο, και μία που ξεκινά από κρύο για να καταλήξει στην αναγέννηση και στη ζέστη. Όπως οι πολιτισμοί που ήκμασαν σε αυτόν τον τόπο, τον ομφαλό της Γης.

Καλά, είναι αργά, είμαι κουρασμένος, έχει ανοίξει το κουτάκι με τις μαλακίες, γράφτε άκυρο.

Φεῦ, έχω δίκιο! Και κάπου εκεί ανάμεσα, χωμένος, ο πλέον υπέρτατος μήνας. Μάρτης! Κανείς δεν έχει καταφέρει να βγάλει κλιματολογικά μοτίβα γι' αυτόν το μήνα. Ξέρουν βασικά όλοι ένα. Τούτος ο μήνας, είναι μπορδέλο. Κάθε καιρικό φαινόμενο, είναι λογικό να προκύπτει αυτή την περίοδο. Οι 30 μέρες που το καλοκαίρι μάχεται το χειμώνα λυσσαλέα, και πάντα επικρατεί.

Τι επίδραση ασκούν ολα αυτά όμως στον άνθρωπο; Και δεν εννοώ έρωτες , σάχλες , ονειροπολήσεις και λοιπές φαντασιοπληξίες, ομιλώ περί ιστορίας, Αγαπητοί! Η μέρα μεγαλώνει, τα φυτά το αντιλαμβάνονται και πετούν μπουμπούκια.

Αλλά το ον με τις ανθρώδεις οπές...
Ρώμη, Αθήνα, Βυζάντιο, Καρχηδόνα, Ιερουσαλήμ, Βενετία, Γένοβα, Αλεξάνδρεια, Κνωσσός.
Εκεί που γεννήθηκε αυτό που περιέχει ο όρος Δύση. Πολιτισμός, φως. Αδυσώπητοι πόλεμοι για την κατοίκηση αυτής της γης, σφαγές, λαϊκά παραμύθια και θρύλοι. Όλα γύρω από τον υπέροχα δουλεμένο αυτόν τόπο. Με το ήπιο καλοκαίρι, τον ήπιο χειμώνα, την απουσία ακραίων καιρικών φαινομένων. Ένα υπήνεμο λιμάνι στην Κοσμοχαλασιά. Βορειότερα; Κρύο. Νοτιότερα; Ζέστη. Το τέλειο σημείο, το κέντρο της αρμονίας, οι καλύτερες για την ανθρώπινη ακμή συνθήκες.

Σεβαστείτε τουλάχιστον ότι γράφω 11:30 τη νύχτα και οι σκέψεις μου προσεγγίζουν αυτές ενός 12χρονου. Ο λόγος μου δε, πρέπει να είναι χείριστος, να θυμίζει γυμνάσιο ή και δημοτικό, θα 'θελα να πατήσω το backspace μέχρι να μη μείνει γράμμα από αυτό το ρεζίλι. Μα δε μπορώ...

Θέλω γενικά να μιλήσω. Μα το βουλώνω, έχω μποτιλιάρισμα. Τα προς έκφραση πράματα υπερτερούν σημαντικά της απορροφητικότητας του χώνου που θα τα πετάξει έξω, θα μ' ελαφρώσει. Ίσως και να μη θέλω, μερικά τινά, αν εξηγηθούν, χάνουν τη μαγεία τους.
Σα να 'χεις ένα χείμαρρο που να σου 'χει επιβληθεί από τη φύση σου, αν θες να τον μάθουν οι γύρω σου, να τους τον εκφράσεις ως βρύση. Ε, δε γίνεται. Σκέψου, νοιώσε, δείξε, βούλω το.

Κι αν καταλάβες τίποτα, σφύρα. Κάτι κατάλαβες. Αλλά όχι όλα, σωστά;
Αναγνώστη μου;

Γκροτέσκ(α)

Πάμε για ύπνο Κατερίνα.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Παρατηρώντας ένα Νέο.

Ήταν ένα κρύο, γιορτινό βράδυ.

Ο κόσμος πήγαινε κι ερχόταν στο σταθμό, άτομα κάθε ηλικίας περνούσαν από μπροστά Του.

Ο εν δυνάμει εκείνος επιβάτης στο βάθος της αποβάθρας, σιωπηρός, έβγαλε το κινητό του. Το κράτησε στο χέρι, σχημάτισε το συνδυασμό του στην οθόνη. Την άγγιξε ακόμα δύο φορές. Ύστερα, ξεκίνησε να γράφει, μα ήξερε πως δε θα τα κατάφερνε. Έμεινε, λοιπόν, μετέωρος ο αντίχειράς του. Προσπάθησε να κινηθεί λίγο ακόμα, μόνος του, ανεπαίσθητα, σε πείσμα των σκέψεών Του. Πέρασαν δύο , τρία ή και πέντε λεπτά. Ο επιβάτης αναστέναξε, έσβησε το υπό σύνταξη μήνυμα. Έριξε μια ματιά στον ουρανό, αποτράβηξε το κινητό και χαμογέλασε στο κενό.

Κι εκείνη τη στιγμή, κανένα μήνυμα , κανένας θεός της εκεί γης , κανείς άλλος θνητός δε θα μπορούσε να καταλάβει και να μετρήσει, πόσο μάλλον να εκφράσει και να χωρέσει, όσα περνούσαν σαν αστραπή από 'κείνο το σίγουρο χαμόγελο.

Ο επιβάτης πλέον ήξερε.

Το κενό σύντομα γέμισε, ο νέος επιβιβάστηκε σε αυτό, κάθισε μέσα του, κοίταξε στο παράθυρο, ένα θριαμβευτικό μειδίαμα ήταν διακριτό στο πρόσωπό του.

Ο συρμός ξεκίνησε, ο επιβάτης έστρεψε το βλέμμα του μπροστά με σιγουριά.

Ούτως ή άλλως, μόλις πριν λίγο είχε φτάσει στον προορισμό του.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

(n)Ostalgie.

Όλα τούτα δω, τα παλιά μου τα ενθυμήματα
στάχτη γίνανε· σκορπίσανε (σ)τα κύματα.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Κοινοτοπίες ;

Έπειτα από κάποια χρόνια συνεχούς λογοδιάρροιας, φτάνεις πια ρε αδερφέ να βαριέσαι και τον ίδιο το λόγο. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία, για άλλη ανάρτηση.

Η σημερινή μας επίθεση είναι στις κοινοτοπίες που μου προκαλούν ακατάσχετο πρήξιμο στ' αρχίδια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.
Πολύ σωστά θα καταλάβει ο αναγνώστης πως δεν πρόκειται να του χαϊδέψω τα αυτιά· για την ακρίβεια, θα είμαι ξεκάθαρος.

Ο μέγας εχθρός σε αυτή την περίπτωση είναι η αμερικλανιά, και όχι οποιαδήποτε, μα η σαχλή αμερικλανιά, αυτή που τρώμε στη μάπα από χόλλυγουντ και εκεί μουσική παραγωγή. Γενικεύοντας, ο δημιουργός αυτής της συμφοράς για την ανθρώπινη (και δη την Ελληνική, με τους απλησίαστα πολυπληθείς τρόπους έκφρασης) γλώσσα, είναι η σαχλαμάρα και το ρηχό υπόβαθρο των πολιτιστικών ερεθισμάτων από την άλλη πλευρά του ατλαντικού. Φυσικά, δεν αποκλείουμε κι ευρωπαϊκές ή ακόμη και εγχώριες μονάδες παραγωγής μαλακίας , παρά το γεγονός πως είναι απλά καθρέπτες και μαριονετάκια των απέναντι.

Τι εννοώ όμως λέγοντας κοινοτοπία; Εννοώ όλες αυτές τις ηλιθιωδώς μοτοποιημένες σύντομες εκφράσεις , οι οποίες υποτίθεται ότι υπάρχουν για εμψύχωση, δημιουργία χαράς, αλλαγή διάθεσης ή πέρασμα ενός μηνύματος.
Χρησιμοποιούνται επίσης σε εκθέσεις από παιδιά πρώτης δημοτικού, και είναι λίγο πιο δικαιολογημένες να υπάρχουν εκεί σε σχέση με τους -υποτίθεται- πηγμένους κεφάλους εφήβων και πάνω.
Παραλείποντας το γεγονός πως μου έρχεται αναγούλα μόνο στις σκέψεις , ορίστε μερικά παραδείγματα:
1) Χαμογέλα, μπορείς!
2) Να είσαι πάντα χαρούμενος/η!
3) Καλωσήρθες καλέ μου Χειμώνα!
4) Αξέχαστες στιγμές! {ενίοτε και:}Δε θα ξεχάσουμε ποτέ το χ.
5) Ζήσε με {αγάπη, τρέλα, συμπόνοια, πάθος κλπ}

Και, στο δια ταύτα, αυτές οι χοντρομαλακίες είναι ξεπερασμένες , αηδιαστικές, κοινότοπες και τιμούν τούτον που τις λέει με το παράσημο του *iq μπαταρίας*.

Ο λόγος είναι ένα υπέροχο εργαλείο , ένα δώρο της φύσης για τον άνθρωπο [σαν το νερό Κορπή (;) ].
Με το να τον κοιμίζεις έτσι βάναυσα κάνεις κακό και σε 'σενα και σ' αυτούς που σε ακούν και μπορούν να βάλουν τη γκεφαλή τους να στροφάρει λίγο. Γι' αυτό ή σκάσε ή βρες τρόπο να εκφράζεσαι αλλιώς ή ζήτα έλεος και τράβα στο Δημοτικό, χάπατο.

Έχεις απύθμενες δυνατότητες έκφρασης όταν μιλάς μια γλώσσα τόσο παραμετροποιήσιμη. Κι εσύ τι κάνεις; Αναπαράγεις στα Ελληνικά τις μεταφράσεις ανοήτων "μότο" από συφιλιδικές βιντεοταινίες εξ Αμερικής. Θάνατος.

Και στο κάτω κάτω, πού το είδατε αυτό γραμμένο, πως είναι κανόνας όλοι να ζουν υπό αυτές τις συνθήκες. Μια φράση χωρίς τεκμηρίωση, είναι μια φράση της πούτσας. Σε 'μενανε αρέσει πολύ να ζω με τα μούτρα ξυνισμένα και να χαμογελάω μόνο όταν επιτυγχάνω κάποιο στόχο μου, δεν είσαι εσύ αυτός που θα μου επιβάλλει να ζήσω κάπως. Το τσουβάλιασμα στα Βούγια, όχι εδώ.

Ακόμα κι αν θες στη χειροτέρα των περιπτώσεων να προξενήσεις εντύπωση, ανασκεύασε τη σκεψη σου *αν μπορείς*. Αλλιώς σκάσε και μίλα σαν άνθρωπος.

Το κυρίως θέμα, φυσικά, είναι τα γενικότερα στερεότυπα και οι κοινωνικές επιταγές. Οι παραπάνω φράσεις είναι απλά το εργαλείο μου για εισαγωγή στο θέμα.

Γιατί να διέπεται ο ανθρώπινος κόσμος από ανόητους κανόνες; Γιατί να μην πράττει καθένας αυθόρμητα στην ιδιωτική και κοινωνική του ζωή και μέσω της μεθόδου του αποκλεισμού να "πέφτει" τελικά εκεί που του αξίζει;

Γι' αυτό φωτιά και τσεκούρι σε στερεότυπα-κοινοτοπίες που αφορούν την εμφάνιση ("Γιατρός/Δικηγόρος/Καθηγητής με μοϊκάνα; Ιιιιι"), την κοινωνική συμπεριφορά (Υποκριτικά "Τικανειςκαλαεισαικιεγωκαλα") , το χαρακτήρα ("μοναχικός = ο nerd των αμερικλάνικων b movies") , το άλλο φύλο ("άλλο φύλο = μόνο για να δέχεται/δίνει πούτσα") και τις ανθρώπινες σχέσεις, είτε φιλικές(χ), είτε ερωτικές(ψ) ["δώρα(χ,ψ) , φιλοφρονήσεις (χ) , γλυκόλογα (ψ) , συνεχής και αδιάκοπη επαφή, ακόμα κι από απόσταση (χ,ψ), κολλητιλίκι (χ)].

Σπάστε τα δεσμά, ζήστε λέφτεροι, ζήστε όπως νοιώθετε, διαλύστε τους φραγμούς και τις περιτροπές, μείνετε αδιάφθοροι και η ευτυχία του *κάνω κυριολεκτικά ό,τι μου αρέσει και με εκφράζει* , είναι κοντά.

Αλλιώς, παραμείνετε χωμένοι στα κόμπλεξ, τη βρώμα και το ποταπό προσωπείο σας, κλάστε μας τ' αρχίδια τελοσπάντων!

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

?

Εκτός ελέγχου βαίνω, -φοβάμαι- μα και θέλω.

Ω, όχι.

Απέλπιδες προσπάθειες να μη μπω στη δίνη, μη και η αλλη της άκρη είναι επικίνδυνη.

Μα δε μπορώ να τ'αρνηθώ πως θέλω ν'αφεθώ.

Γιατί τώρα, γιατί σε 'μενα , γιατί έτσι;

Μα, εν τέλει, κι επιτέλους, Πού ήσουν τόσο καιρό;

Τα μιλιούνια των θέλω για πρώτη φορά τείνουν να υπερνικήσουν τα πρέπει.

Χωρίς πρέπει, χωρίς δισταγμό, χωρίς παρεμβολές.


Κρατώ μέσα μου το χείμαρρο, μόνο και μόνο γιατί κάτι μέσα μου λέει πως είναι πολύ νωρίς να εμπιστευτώ έτσι άκριτα τα πάντα.

Ό,τι κι αν γίνει...

...ξέρεις...


Κι αύριο πρωί, πρέπει πάλι να σφραγίσω το κεφάλι, να αφοσιωθώ αποκλειστικά και μόνο στον πίνακα.Θα τα καταφέρω.
Τα καλά του να ελέγχεις.
Ακόμα.

Μέχρι όσο.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Κλοπή.

Η αγάπη (λέω αγάπη, όχι έρωτας) νιώθω πως άρχισε να νοθεύεται άσχημα όταν το μοναδικό (αξιόπιστο) εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας έγινε ο ορθολογισμός και η οικονομία κινήσεων που επέβαλε αυτός στη συνείδηση σε συνδυασμό με ηθικές και στερεότυπα.

Είναι τόσο στενά τα όρια και η λογικότητα των λέξεων ή των κανόνων συντακτικού για να περιγράψουν έννοιες όπως "έρωτας" πχ.

Δε με νοιάζει αν υπάρχει έρωτας ή όχι. Ούτε θα αναλύσω κάτι τέτοιο με επιστημονικές πίπες.

Μην κολλάμε στους ορισμούς και  υποβιβάζουμε τα πράγματα. Προσπαθώ να κοιτάω μέσα στο μυαλό των ανθρώπων να δω τι παίζει. Υπάρχει έρωτας απο lifestyle, "ω τι ωραίο το hollywood και τα happy ends" , υπάρχει έρωτας-ψευδαίσθηση, έρωτας απο ανάγκη, έρωτας απο χούϊ, έρωτας απο μαλάκινση, απο συνήθεια, χαζοκαψούρα κτλ (δεν έχει τέλος).
Στην τελική, μπούρδες όλα αυτά. Σημασία έχει τι σκέφτεται ο καθένας ή τι αισθάνεται όταν μιλάει για αυτές τις τόσο ευπλαστες και ασαφείς έννοιες.

Δεν πιστεύω πολύ στις ανθρώπινες σχέσεις δυστυχώς. Υπάρχουν πολύ έντονα εξουσιαστικά χαρακτηριστικά-σχέσεις εξάρτησης-παθογένειες και αρρωστημένα "εγώ", ακόμα και στα πιο γλυκά "σ'αγαπώ".

Οι σχέσεις των ανθρώπων, συχνά-ίσως τις περισσότερες φορές- βασίζονται έντονα στην καταπίεση. Και αυτό είναι αποτέλεσμα του ποταπού σημείου που έφτασε ο άνθρωπος να βάζει την οικονομία και την κερδοφορία ή τον εξορθολογισμό μέσα στις επαφές του. Την αναμονή για ανταπόκριση/την μαθηματική ανταπόδωση/τις εξισώσεις και τα νούμερα.

Ακόμα και σε παρέες, σε ομάδες, σε ζευγάρια, παντού. Η βία, η εξουσία, τα κέντρα και η εικόνα είναι το κύριο χαρακτηριστικό τους. Δεν είναι άμεση καταπίεση, είναι έμμεση. Ανταγωνιστική, κάτω απο το τραπέζι βία. Βλέμματα, κινήσεις, σαθρότητα.

Θέλω να βλέπω ανθρώπους να γελάνε και να βιώνουν την αγάπη όπως την θέλουν. Απλά προσωπικά σαν άνθρωπος νιώθω πως είναι όλα σε μεγάλο βαθμό τόσο εγκλωβισμένα μέσα στο τρυπάκι της "εξάρτησης".


 
Βλέπω παντού σε σχέσεις προσδοκίες, επενδύσεις, όνειρα, δεσμά, φυλακές που δημιουργούνται με μια πλήρη αρμονία μεταξύ δεδομένων-συλλογισμών-συμπεριφορών και αναμονής. Αν πάει κάτι στραβά, πάλι στενεύουν τα δεσμά των επιπτώσεων. (επιπλέον φυλακές). Ο ένας άνθρωπος επενδύει την "αγάπη" του στον άλλον και περιμένει κάτι: θαλπωρή, κατανόηση, αποκατάσταση, κοινωνική δικτύωση κτλ. Και δεν είναι κατηγορία αυτό, είναι λειτουργίες που γίνονται συνειδητά ή μη. Δεν λέω πως για όλες τις σχέσεις και τις αγάπες είναι αυτοσκοπός το συμφέρον πχ. Λέω κάτι πολύ πιο βαθύ που είναι πολύ δύσκολο να εκφράσω με λόγια. Όταν οι άνθρωποι εντάσσονται στην "κατασκευή" των σχέσεων, είναι ανελεύθεροι και εξουσιασμένοι να παίζουν με κανόνες που μπορούν ή όχι να ανατρέψουν διεκδικώντας ο ένας και ο άλλος εικόνες και τριαντάφυλλα με βάση τα περπατημένα μονοπάτια. "Σ'αγαπώ" "μ'αγαπάς". Σε κάνω κτήμα σε χρησιμοποιώ και εσύ παράγεις, εγώ παράγω, κι όλα λύνονται με εξισώσεις.
 

Κι αν επιτέλους αναγκαστούν να ανατρέψουν τους κανόνες, ίσως μέσα τους θέσουν νέους, μπορεί να μην υπογράφουν συμβόλαια, αλλά να πέφτουν οι σφραγίδες με τα μάτια, τις συμπεριφορές και τα κατορθώματα που έχουν επιβράβευση.

Προσπαθώ να περάσω κάτι συγκεκριμένο. Το πως η "κοινωνία" ανθρώπων είναι ενταγμένη στην φύση της αλληλοεξάρτησης όχι απλά σε κλίμακα συνύπαρξης (νοητικής ή σωματικής) αλλά και σε πολύ πιο εσωτερικά επίπεδα συμπεριφορών.


Αν όμως μια βροχερή νύχτα έχεις το πηγαίο θράσος να βγεις στο δρόμο "γιατί έτσι" και να σκεφτείς τα χείλη της ή τα μάτια και το χαμόγελό της, και να νιώσεις πως στα έγκατα του εσωτερικού σου στάζουν εικόνες της, τότε ναι, ίσως -εκείνη- να ρέει μέσα σου. Έρωτας; Πάθος; Αγάπη; Δε με ενδιαφέρει. Δε με απασχολεί κιόλας.

Ψάξε να τη βρεις, όπως και να'χει.


Γιώργο, σ' ευχαριστώ.